.



Βελτίωση ενδιαιτημάτων αναπαραγωγής της βαλτόπαπιας στο Εθνικό Πάρκο Σχινιά – Μαραθώνα
Οι Φίλοι των Εθνικών Πάρκων εκπόνησαν πρόγραμμα για τη βελτίωση των ενδιαιτημάτων αναπαραγωγής της βαλτόπαπιας στο Εθνικό Πάρκο Σχινιά -Μαραθώνα στην ανατολική Αττική. Το έργο χρηματοδοτήθηκε εξ΄ολοκλήρου από το Πράσινο Ταμείο στο πλαίσιο του προγράμματος “Φυσικό Περιβάλλον-Καινοτόμες Δράσεις 2023” (άξονας προτεραιότητας 4: καινοτόμες δράσεις με τους πολίτες), με προϋπολογισμό 29.000 ευρώ. Η διάρκεια του ήταν 15 μήνες, με ημερομηνία έναρξης την 1η Νοεμβρίου 2023.
Επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος ήταν ο Δρ. Χαράλαμπος Αλιβιζάτος, Βιολόγος και συμμετείχαν η Ειρηλένα Λιναρδάκη, Βιολόγος και η Μαριετίνα Λυκογεώργου, Περιβαλλοντολόγος.
Στο έργο συμμετείχε η Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ).
Ο Σχινιάς είναι η σημαντικότερος υγρότοπος της Αττικής και η βαλτόπαπια (Aythya nyroca) αποτελεί το σημαντικότερο είδος – κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της περιοχής ως “Ζώνης Ειδικής Προστασίας” του Ευρωπαϊκού Δικτύου NATURA 2000. Η βαλτόπαπια είναι μόνιμος κάτοικος του Σχινιά, όμως το φθινόπωρο και το χειμώνα ο πληθυσμός της ενισχύεται με άτομα που μετακινούνται από άλλες περιοχές, οπότε μπορεί κάποιος να παρατηρήσει πάνω από 100 άτομα στη δεξαμενή του κωπηλατοδρομίου. Κάθε άνοιξη, τα ζευγάρια που έχουν ήδη δημιουργηθεί αποσύρονται στα πιο απομονωμένα σημεία για να φωλιάσουν. Είναι είδος ευαίσθητο κατά την αναπαραγωγική περίοδο και χρειάζεται ήσυχες πλημμυρισμένες εκτάσεις. Ευνοείται από την ασφάλεια που προσφέρουν οι εκτεταμένες προστατευόμενες περιοχές, όπως εδώ το Εθνικό Πάρκο Σχινιά – Μαραθώνα, όπου κατασκευάζει φωλιές από κλαδάκια και χόρτα στο έδαφος, πάντοτε κοντά στο νερό και ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση. Στο έλος του Σχινιά αναπαράγονται έως 15 ζευγάρια βαλτόπαπιας κάθε χρόνο.
Η βαλτόπαπια ανήκει στις καταδυόμενες πάπιες, δηλαδή μπορεί να βουτάει κάτω από το νερό για να βρει την τροφή της που αποτελείται κυρίως από υδρόβια φυτά. Προτιμάει ρηχούς υγρότοπους γλυκού νερού με πλούσια βλάστηση. Εξαπλώνεται στην Ευρώπη, την Ασία και τη Βόρεια Αφρική.
Ο πληθυσμός της βαλτόπαπιας έχει συρρικνωθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες σε παγκόσμιο, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, χωρίς να είναι πλήρως γνωστά τα αίτια:
– Σε παγκόσμιο επίπεδο, διαπιστώνονται μεγάλες διακυμάνσεις στην έκταση της κατανομής του είδους και η γενικότερη εικόνα δείχνει ευρεία μείωση του πληθυσμού. Η κατάσταση διατήρησης της βαλτόπαπιας χαρακτηρίστηκε το 2019 ως “Σχεδόν Απειλούμενη” (Near Threatened).
– Στην Ελλάδα, ο αναπαραγόμενος πληθυσμός της βαλτόπαπιας εκτιμήθηκε σε 130-250 ζευγάρια κατά το διάστημα 2013-2018 (2η εξαετής έκθεση για την εφαρμογή της Οδηγίας 2009/147/EK “για τη διατήρηση των άγριων πουλιών”). Παλαιότερες εκτιμήσεις ανέβαζαν τον αναπαραγόμενο πληθυσμό της σε 400 ζευγάρια (Hallmann 1982: Preliminary list of Important bird Areas in Greece). Επομένως θεωρείται ότι η μακροχρόνια τάση του πληθυσμού της είναι φθίνουσα.
Το είδος γενικά αντιμετωπίζει διάφορες απειλές, όπως η λαθροθηρία, η μολυβδίαση και η υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων του.
Στην περιοχή του Σχινιά πιστεύεται ότι οι κύριες απειλές είναι η μεγάλη διακύμανση της στάθμης του νερού κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, καθώς και η θήρευση από χερσαίους θηρευτές, κυρίως αδέσποτα σκυλιά, τσακάλια και αλεπούδες. Επιπλέον, η όχληση από την κίνηση των επισκεπτών καθώς και από τη λειτουργία του κωπηλατοδρομίου, πιθανώς να επιδρά αρνητικά στον αναπαραγόμενο πληθυσμό.
Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε με σκοπό να ληφθούν άμεσα μέτρα για την προστασία του πληθυσμού της βαλτόπαπιας, ιδίως σε σχέση με την προστασία των φωλιών από τις αυξομειώσεις της στάθμης του νερού καθώς και την αποτροπή των θηρευτών. Ορισμένες από τις δράσεις που σχεδιάστηκαν έχουν εφαρμοστεί μόνο στο εξωτερικό και είναι καινοτόμες για τα δεδομένα της χώρας μας: δοκιμάστηκαν πιλοτικά ώστε να διαπιστωθεί εάν είναι αποτελεσματικές και εάν μπορούν να εφαρμοστούν μακροπρόθεσμα.
Οι δράσεις που περιελάμβανε το πρόγραμμα ήταν οι παρακάτω:
Δράση 1.
Συγκέντρωση & αξιολόγηση δεδομένων, εντοπισμός πιθανών θέσεων φωλιάσματος, καταμετρήσεις πληθυσμού, καταγραφή απειλών.
Δράση 2.
Καταγραφές αναπαραγόμενων ζευγαριών
Τοποθέτηση τεχνητών φωλιών για τις βαλτόπαπιες
Τοποθέτηση φωλιών με «τεχνητά» αβγά – δημιουργία αποστροφής (food aversion) στους θηρευτές
Καταγραφή συμπεριφοράς θηρευτών με τη χρήση καμερών.
Δράση 3.
Συγχρόνως με την πρόοδο της αναπαραγωγικής περιόδου έγινε καταγραφή των αναπαραγόμενων ζευγαριών και αξιολόγηση της επιτυχίας των προστατευτικών μέτρων.
Δράση 4. Ενέργειες προβολής – δημιουργία ιστοσελίδας για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με το πρόγραμμα.
Δράση 5. Τελική αξιολόγηση δράσεων- εξαγωγή συμπερασμάτων. Απομάκρυνση ψεύτικων αυγών -επισκευή τεχνητών φωλιών.

Έργο χρηματοδοτούμενο από το Πράσινο Ταμείο από εθνικούς πόρους

Βαλτόπαπια (Aythya nyroca) το χειμώνα στο Εθνικό Πάρκο Σχινιά – Μαραθώνα (13-1-2024)

Φαλαρίδες (Fulica atra) το χειμώνα στο Εθνικό Πάρκο Σχινιά – Μαραθώνα

Βαλτόπαπια τινάζει τα φτερά της (Εθνικό Πάρκο Σχινιά – Μαραθώνα, 25-5-2024)

Βαλτόπαπια σε πτήση (Εθνικό Πάρκο Σχινιά – Μαραθώνα, 28-1-2024)

Αναζητώντας τις θέσεις φωλιάσματος της βαλτόπαπιας στο Εθνικό Πάρκο Σχινιά – Μαραθώνα (9-4-2024)
Kαταγραφή των αναπαραγόμενων ζευγαριών της βαλτόπαπιας
Λόγω της ξηρασίας κατά την άνοιξη και το θέρος του 2024, οι υδάτινες επιφάνειες ήταν περιορισμένες και οι περισσότερες ξεράθηκαν νωρίς το καλοκαίρι. Επομένως βαλτόπαπιες φώλιασαν μόνο στο κωπηλατοδρόμιο, καθώς και σε δύο κανάλια και στις διακλαδώσεις των καναλιών αυτών. Με βάση τις παρατηρήσεις οικογενειών με νεοσσούς καθώς και νεαρών ατόμων, εκτιμάται ότι αυτή τη χρονιά (2024) φώλιασαν 8-11 ζευγάρια βαλτόπαπιας στο ΕΠΣΜ: 2-3 στο κωπηλατοδρόμιο, 4-5 στο κανάλι 1 και 2-3 στο κανάλι 4. Ίσως ελάχιστα ακόμα ζευγάρια να φώλιασαν σε πολύ δυσπρόσιτες θέσεις και να μην εντοπίστηκαν. Δεν εντοπίστηκαν οι φωλιές του είδους, παρά τις πολύ εντατικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν, λόγω της πολύ πυκνής βλάστησης (κυρίως καλαμώνων) στις περιοχές φωλεοποίησης. Εντοπίστηκαν όμως οικογένειες (θηλυκά με νεοσσούς) στο κωπηλατοδρόμιο (2 οικογένειες με 7 & 8 νεοσσούς), στο κανάλι 1 (1 οικογένεια με 10 νεοσσούς) και στο κανάλι 4 (2 οικογένειες με 5 & 3 νεοσσούς τουλάχιστον). Στις 8 Αυγούστου 2024, δηλαδή μετά το τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου, μετρήθηκαν στο κωπηλατοδρόμιο (όπου αυτή την εποχή συγκεντρώνονται όλες σχεδόν οι βαλτόπαπιες του Εθνικού Πάρκου) 34 βαλτόπαπιες, από τις οποίες οι μισές δηλαδή περίπου 17 ήταν νεαρές (δηλαδή είχαν εκκολαφθεί εκείνη την χρονιά).
Η παραγωγικότητα (αριθμός νεοσσών ανά φωλιά ανά έτος) υπολογίστηκε σε 1,5-2,1. Αυτή η πολύ χαμηλή παραγωγικότητα ίσως οφείλεται στη γρήγορη πτώση της στάθμης των υδάτων την άνοιξη. Το θέμα σχετίζεται αφενός με την ξηρασία, που κατά το έτος 2024 ήταν η εντονότερη της τελευταίας δεκαετίας, και αφετέρου με τη διαχείριση του νερού από το κωπηλατοδρόμιο. Δυστυχώς κατά τα έτη 2025 και 2026 ο αριθμός των φωλιών της βαλτόπαπιας μειώθηκε ακόμη περισσότερο, ίσως λόγω της συνεχιζόμενης ξηρασίας.




Τοποθέτηση τεχνητών φωλιών για τη βαλτόπαπια.
Τοποθετήθηκαν 6 τεχνητές φωλιές για τις βαλτόπαπιες, με σκοπό να ενισχυθεί η επιτυχία φωλεοποίησης του είδους. Καμία από αυτές δεν χρησιμοποιήθηκε από τις βαλτόπαπιες, που προτίμησαν να φτιάξουν τις δικές τους. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι υπάρχουν επαρκείς φυσικές θέσεις φωλεοποίησης στην περιοχή, δηλαδή ο βιότοπος φωλιάσματος πιθανώς να είναι επαρκής.
Καταγραφή της συμπεριφοράς των θηρευτών στον υγρότοπο του Σχινιά με τη χρήση καμερών.
Για την καταγραφή των πιθανών θηρευτών χρησιμοποιήθηκαν κάμερες με ανιχνευτή κίνησης, με τις οποίες είναι δυνατή η παρακολούθηση των ζώων στο φυσικό τους περιβάλλον, χωρίς την ανθρώπινη παρουσία. Στόχος ήταν να καταγραφεί η δραστηριότητα των θηρευτών, οι διατροφικές τους συνήθειες, οι αλληλεπιδράσεις με άλλα είδη και η χρήση του χώρου, καθώς και να εκτιμηθεί η επίδραση που έχουν στην αναπαραγωγή της βαλτόπαπιας.
Διαπιστώθηκε ότι οι ενήλικες βαλτόπαπιες κυνηγιούνται από τις αλεπούδες (Vulpes vulpes) και τα τσακάλια (Canis aureus). Όσον αφορά τις φωλιές, οι κάμερες κατέγραψαν έξι είδη ζώων που τρέφονται με αυγά, με συχνότερο θηρευτή το τσακάλι ενώ ακολουθούν οι αρουραίοι (2 είδη: μαυροποντικός Rattus rattus και δεκατιστής Rattus norvegicus), η καρακάξα (Pica pica), η νυφίτσα (Mustela nivalis) και η αλεπού. Η έλλειψη πλημμυρισμένων εκτάσεων αργά την άνοιξη διευκολύνει τους θηρευτές να φτάσουν στις φωλιές.
Μέσω των καμερών ανίχνευσης κίνησης, καθώς και με την καταγραφή βιοδηλωτικών ιχνών, καταγράφηκαν και άλλοι δυνητικοί θηρευτές: μεταξύ των θηλαστικών, καταγράφηκε η παρουσία του πετροκούναβου (Martes foina), του ασβού (Meles meles), της βίδρας (Lutra lutra) καθώς και του αγριόχοιρου (Sus scrofa). Όσον αφορά τα πτηνά, δυνητικοί θηρευτές (περισσότερο όμως στους νεοσσούς, στα ξεπεταρούδια και στα ενήλικα, παρά στα αβγά) είναι ο καλαμόκιρκος (Circus aeruginosus), η γερακίνα (Buteo buteo), ο πετρίτης (Falco peregrinus), ο ασημόγλαρος (Larus michahellis) και η κουρούνα (Corvus cornix).
Ακόμη, ο σκύλος (Canis familiaris) θα πρέπει να συμπεριληφθεί στους δυνητικούς θηρευτές της βαλτόπαπιας, καθώς καταγράφηκαν επανειλημμένα σκύλοι να κολυμπούν διασχίζοντας τα κανάλια από τη μία όχθη στην άλλη, να περιφέρονται και να επιδεικνύουν κυνηγετική συμπεριφορά απέναντι σε παρυδάτια είδη, ιδίως εντός του λιμνίου που σχηματίστηκε κατά τη φθινοπωρινή-χειμερινή περίοδο του 2023 στην περιοχή της Αγίας Τριάδας. Η συνεχής παρουσία τους σε κρίσιμα ενδιαιτήματα υποδηλώνει ότι ενδέχεται να επηρεάζουν αρνητικά την αναπαραγωγική επιτυχία της βαλτόπαπιας.
Το τσακάλι (Canis aureus) έχει συχνή παρουσία στο Εθνικό Πάρκο Σχινιά-Μαραθώνα. Είναι κυρίως νυκτόβιος κυνηγός, που δραστηριοποιείται λίγο μετά τη δύση του ήλιου. Όμως μπορεί να είναι ενεργό και κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Βαλτόπαπια σκοτωμένη, πιθανότατα από τσακάλι – 27 Απριλίου 2024
Η αλεπού (Vulpes vulpes) κυνηγά τόσο την ημέρα όσο και τη νύχτα. Στο βίντεο αυτό χρησιμοποιεί ενέδρα για να πιάσει υδρόβια πουλιά, πιθανότατα πάπιες, χωρίς όμως επιτυχία.
Τοποθέτηση φωλιών με τεχνητά αβγά που δημιουργούν αποστροφή στους θηρευτές – μελέτη της θήρευσης των φωλιών της βαλτόπαπιας.
Η δράση αυτή αφορούσε στη δοκιμαστική χρήση μιας τεχνικής που στοχεύει να αποτρέψει τους θηρευτές από το να καταστρέφουν τις φωλιές της βαλτόπαπιας. Βέβαια, τα θηλαστικά όπως το τσακάλι και η αλεπού αποτελούν μέρος του φυσικού οικοσυστήματος, όπως και η βαλτόπαπια, επομένως οι πληθυσμοί τους θα αναμενόταν να ρυθμίζονται φυσικά χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Ωστόσο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι: α) ο αναπαραγόμενος πληθυσμός της βαλτόπαπιας στο Εθνικό Πάρκο είναι πολύ μικρός και οποιαδήποτε διακύμανσή του μπορεί να τον οδηγήσει στην εξαφάνιση, β) όταν οι θηρευτές βρίσκουν διαθέσιμη τροφή και από άλλες πηγές (π.χ. σκουπίδια), τότε μπορούν να οδηγήσουν στην εξαφάνιση τον τοπικό πληθυσμό ενός είδους που αποτελεί γι αυτούς “ευκαιριακή λεία”, όπως η βαλτόπαπια.
Επομένως, σκοπός ήταν να αναπτυχθεί μια ήπια μέθοδος που θα αποτρέπει τη θήρευση ενός ευαίσθητου είδους (εδώ της βαλτόπαπιας), χωρίς να βλάπτει άμεσα αλλά ούτε και έμμεσα τους θηρευτές, που πιθανότατα έχουν και άλλες πηγές τροφής. Τέτοιες μέθοδοι μπορούν να γίνουν επιστημονικά και κοινωνικά αποδεκτές, σε αντίθεση με τις βίαιες και επιπόλαιες μεθόδους “διαχείρισης του πληθυσμού” που εφαρμόζονταν στο παρελθόν και που δυστυχώς φαίνεται ότι με ευκολία επιλέγονται ακόμη και σήμερα.
Η τεχνική που χρησιμοποιήθηκε ήταν η δημιουργία εξαρτημένης αποστροφής φαγητού ( “conditioned taste aversion”) και συνίσταται στην παροχή τροφής στους θηρευτές που τους προκαλεί αποστροφή, ώστε να στο μέλλον να αποφεύγουν τη συγκεκριμένη πηγή τροφής. Πρόκειται για μια μορφή κλασικής εξαρτημένης μάθησης, όμως με δύο σημαντικές διαφορές: Πρώτον, απαιτείται μία μόνο δοκιμή της γεύσης, δηλαδή το φαγητό μπορεί να γίνει αποστροφικό μετά από μόλις μία συσχέτιση με αδιαθεσία, ενώ αντίθετα στην κλασική εξάρτηση απαιτείται να συνδυαστεί αρκετές φορές το ουδέτερο ερέθισμα (π.χ. ένα κουδούνισμα, στην περίπτωση των πειραμάτων του Pavlov) με το ανεξάρτητο ερέθισμα (δηλ. την παροχή τροφής) έως ότου το ουδέτερο ερέθισμα προκαλέσει την εξαρτημένη αντίδραση (σάλιο). Δεύτερον, με τη γευστική αποστροφή, ο εγκέφαλος μπορεί να συσχετίσει επιτυχώς ένα τρόφιμο με την αδιαθεσία, ακόμη και αν η τελευταία εμφανιστεί αρκετές ώρες μετά την κατανάλωση – όχι οπωσδήποτε αμέσως ή πολύ σύντομα, όπως απαιτείται στην κλασική εξάρτηση.
Μετά τη λήψη των σχετικών αδειών, τοποθετήθηκαν 12 τεχνητές φωλιές παρόμοιες με της βαλτόπαπιας σε επιλεγμένα σημεία περιμετρικά του υγροτόπου. Επιλέξαμε να μη τοποθετήσουμε τεχνητά ψάθινα καλάθια, ούτε να χρησιμοποιήσουμε λίπος πάπιας όπως προτείνεται στη βιβλιογραφία, επιδή κάτι τέτοιο θα επηρέαζε την προσέλκυση των θηρευτών. Επίσης, επιλέχθηκε η χρήση φυσικών υλικών και όχι τεχνητών όπως χαρτόνι, ψάθα, ακρυλικές βαφές, επειδή θεωρήθηκε ότι τα τελευταία θα επηρέαζαν με την οσμή τους πιθανούς θηρευτές και θα αλλοίωναν το πείραμα.Οι φωλιές περιείχαν αυγά κότας (4-6 σε κάθε φωλιά), ορισμένα από τα οποία περιείχαν καψαϊκίνη. Η ουσία αυτή προέρχεται από φυτά του γένους Capsicum (πιπεριές τσίλι) και είναι τόσο δυσάρεστη όσο και ερεθιστική για τα θηλαστικά, χωρίς όμως να τους προκαλεί μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Τα πτηνά, ωστόσο, ανέχονται την καψαϊκίνη επειδή δεν διαθέτουν λειτουργικό υποδοχέα γι’ αυτήν.
Για την παρακολούθηση της επισκεψιμότητας των θηρευτών στις τεχνητές φωλιές καθώς και του βαθμού θήρευσης των αυγών, τοποθετήθηκε σε κάθε τεχνητή φωλιά μία καταγραφική κάμερα που κατέγραφε ένα βίντεο 15 δευτερολέπτων σε κάθε ενεργοποίησή της. Οι τεχνητές φωλιές με αυγά παρέμειναν στο πεδίο για μια περίοδο 2 εβδομάδων κατά μέσο όρο η κάθε μία. Δεν χρησιμοποιήθηκε κανένα ελκυστικό κοντά στις κάμερες, παρόλα αυτά θεωρείται ότι το υγρό τσίλι και τα αβγά έδρασαν σαν ελκυστικά για τους θηρευτές της περιοχής μελέτης. Από τις καταγραφές των καμερών προέκυψαν και τα περισσότερα στοιχεία που έχουμε για τους θηρευτές των φωλιών.
Από τα αποτελέσματα του προγράμματος φάνηκε ότι η απωθητική ουσία λειτούργησε συνήθως αποτρεπτικά για τους αρουραίους και τις νυφίτσες. Από τις 12 τεχνητές φωλιές, στις 5 (ποσοστό 42%) θηρεύτηκαν όλα τα αβγά, σε άλλες 4 (ποσοστό 33%) θηρεύτηκαν μόνο μερικά αβγά, ενώ στις υπόλοιπες 3 (ποσοστό 25%) δεν θηρεύτηκαν καθόλου αβγά. Μεταξύ των αβγών που θηρεύτηκαν ήταν τόσο τα φαγώσιμα (χωρίς αποτρεπτικό) όσο και τα αποτρεπτικά (με αποτρεπτικό τσίλι). Αυτό όμως δε σημαίνει αναγκαστικά ότι το τσίλι ήταν αναποτελεσματικό ως αποτρεπτικό. Υπάρχουν στοιχεία που υποδηλώνουν ότι λειτούργησε αποτρεπτικά, τουλάχιστον σε ορισμένους θηρευτές σε κάποιες περιπτώσεις. Τα στοιχεία αυτά είναι τα παρακάτω:
– Σε μία φωλιά (Φ1) με αποτρεπτικά αβγά, επί σειρά ημερών έγιναν επανειλημμένες επισκέψεις από μαυροποντικό και νυφίτσα. Στην πρώτη τους επίσκεψη κατανάλωσαν από ένα αβγό το καθένα, αλλά στις υπόλοιπες μύριζαν τα αβγά, τρίβονταν επάνω τους ή ξύνονταν, και γενικά συμπεριφέρονταν σαν να μην ξέρουν τι να κάνουν (displacement activity). Ένα άλλο αβγό καταναλώθηκε από καρακάξα η οποία επισκέφθηκε τη φωλιά λίγες φορές ακόμα (τα πτηνά δεν επηρεάζονται από την καψαϊκίνη στο τσίλι). Τα υπόλοιπα αβγά θηρεύτηκαν από τσακάλι.
– Σε άλλη φωλιά (Φ2), με όλα τα αβγά αποτρεπτικά, έγιναν επισκέψεις από μαυροποντικό και δεκατιστή που δεν ενδιαφέρθηκαν ή απλώς μύρισαν λίγο τα αβγά. Αυτά αργότερα θηρεύτηκαν από καρακάξα.
– Σε τρίτη φωλιά (Φ3), στην οποία τα μισά αβγά ήταν αποτρεπτικά, δεκατιστής θήρευσε δύο από τα αβγά. Ήταν αποτρεπτικά (!) και δεν έφαγε τα υπόλοιπα.
– Σε ακόμα μια φωλιά (Φ7), με όλα τα αβγά αποτρεπτικά, έγιναν επισκέψεις από μαυροποντικό όλες τις ημέρες παρατήρησης (σε μία ημέρα και από δεκατιστή), οι οποίοι μύριζαν και ψαχούλευαν τα αβγά, αλλά δεν τα θήρευσαν.
Από τα παραπάνω φαίνεται ότι το τσίλι λειτουργεί συνήθως αποτρεπτικά ως προς τους αρουραίους και τη νυφίτσα, τουλάχιστον όταν φάνε τουλάχιστον ένα αβγό (ενδεχομένως η οσμή από το τσίλι να προσελκύει αρχικά κάποιους θηρευτές από απόσταση, αλλά η γεύση του παραμένει απωθητική). Το τσακάλι ίσως να επηρεάζεται λιγότερο. Η αλεπού επισκέφτηκε μόνο μια φωλιά, στην οποία θήρευσε όλα τα αβγά, αλλά αφού όλα ήταν φαγώσιμα (δεν είχε μπει τσίλι), δεν μπορούν να βγουν συμπεράσματα. Η καρακάξα δεν αναμενόταν να επηρεαστεί από το τσίλι, όπως ήδη αναφέρθηκε. Οπωσδήποτε χρειάζονται επιπλέον δοκιμές έως ότου διαμορφωθεί μια μέθοδος που θα μπορεί να εφαρμοστεί σε μεγαλύτερη κλίμακα, ωστόσο τα πρώτα αποτελέσματα είναι αρκετά ενθαρρυντικά.
Η νυφίτσα (Mustela nivalis) είναι σαρκοφάγο θηλαστικό που δραστηριοποιείται τόσο την ημέρα όσο και τη νύχτα. Τρέφεται κυρίως με τρωκτικά και δευτερευόντως με αμφίβια, πουλιά ή αυγά πουλιών. Καταγράφηκε ορισμένες φορές στις κάμερες του προγράμματος να αφαιρεί αυγά από τις τεχνητές φωλιές.
Οι αρουραίοι (Rattus rattus, R. norvegicus) διαπιστώθηκε ότι ήταν οι πιο συχνοί θηρευτές των αυγών στις τεχνητές φωλιές, δραστήριοι κατά τις νυχτερινές ώρες.
Τα τσακάλια (Canis aureus) καταγράφηκαν αρκετές φορές στις τεχνητές φωλιές, να θηρεύουν αυγά ή να τα απομακρύνουν.
Αλεπούδες καταγράφηκαν ορισμένες φορές να αφαιρούν αυγά από τις τεχνητές φωλιές.
Οι καρακάξες (Pica pica) είναι πουλιά παμφάγα: τρέφονται τόσο με φυτικές όσο και με ζωϊκές τροφές, στις οποίες περιλαμβάνονται άλλα πουλιά και αυγά πουλιών. Έχει προταθεί ότι η νοημοσύνη των κορακοειδών (δηλαδή της οικογένειας όπου ανήκει και η καρακάξα -Corvidae) μπορεί να συγκριθεί, από ορισμένες πλευρές, με εκείνη των ανθρωπίδων ή μεγάλων πιθήκων (δηλαδή της οικογένειας όπου ανήκει ο γορίλας, ο χιμπαντζής, ο οραγκουτάγκος και ο άνθρωπος -Hominidae).
Ανακάλυψη βίδρας για πρώτη φορά στο Εθνικό Πάρκο Σχινιά – Μαραθώνα και στην Αττική
Τον Απρίλιο του 2024 καταγράφηκε για πρώτη φορά στο Εθνικό Πάρκο Σχινιά-Μαραθώνα, στις κάμερες του προγράμματος, η βίδρα ή αλλιώς ενυδρίδα (Lutra lutra), ημιυδρόβιο θηλαστικό που ζει σε υγρότοπους και ακτές και τρέφεται με ψάρια και καβούρια. Το είδος εξαπλώνεται στην Ευρώπη και την Ασία, ενώ στη χώρα μας εμφανίζεται σε αρκετές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας και σε λίγα μεγάλα νησιά. Ωστόσο το μέγεθος του πληθυσμού της είναι άγνωστο και για αυτό κατατάσσεται ως είδος «Κινδυνεύον» σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας.
Στην Αττική το είδος δεν είχε καταγραφεί έως τώρα με βεβαιότητα, με εξαίρεση μια παλαιότερη αναφορά για τον εντοπισμό ενός ίχνους στη λίμνη του Μαραθώνα. Ο κοντινότερος γνωστός πληθυσμός του είδους βρίσκεται στην νότια Εύβοια. Εξετάζεται επομένως τώρα το ενδεχόμενο να υπάρχει στην περιοχή του Σχινιά ένας πολύ μικρός πληθυσμός που είχε διαφύγει έως τώρα της προσοχής των επιστημόνων.
Με τα δεδομένα αυτά, η ερευνητική ομάδα συνεχίζει να αξιοποιεί τις καταγραφές των καμερών που έχει εγκαταστήσει, καθώς και τα βιοδηλωτικά ίχνη (περιττώματα, ίχνη, τρίχες) που συλλέγονται στο πεδίο, ώστε να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν περισσότερες από μια βίδρες – μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής ή ακόμη και ένα μικρός αναπαραγωγικός πληθυσμός, στο Εθνικό Πάρκο Σχινιά-Μαραθώνα.
Η σημασία της ανακάλυψης:
Στην Αττική όπου η αστική ανάπτυξη τείνει πλέον να καλύψει κάθε διαθέσιμη φυσική έκταση, ενώ τα τεχνικά έργα που εκτελούνται στα τελευταία εναπομείναντα ποτάμια και στους υγρότοπους σχεδιάζονται ακόμη με βάση τη λογική της τσιμεντοποίησης και των γκρίζων υποδομών, είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρα η επιβεβαίωση της ύπαρξης ενός ακόμη είδους θηλαστικού: μας θυμίζει ότι η φύση είναι παρούσα και διαθέτει τη δυνατότητα να μας εκπλήξει, εφόσον βέβαια της διαθέσουμε κάποιον χώρο, έστω και περιορισμένο. Και αποδεικνύει ότι υπάρχει ακόμα λίγος χρόνος για να εφαρμόσουμε μεθόδους βασισμένες στη φύση (nature-based solutions) και να να αποτρέψουμε κατά το δυνατόν τις δυσμενείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.



Η βίδρα που καταγράφηκε στις κάμερες του προγράμματος στις 3 και 4 Μαΐου 2024
Συμπεράσματα
– Το Εθνικό Πάρκο Σχινιά-Μαραθώνα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οικοσυστήματα της Αττικής, αφενός λόγω της ποικιλίας των βιοτόπων και ειδών που φιλοξενεί σε σχετικά μικρή έκταση, αφετέρου λόγω της εγγύτητας του με την Αθήνα. Περιλαμβάνει τα υπολείμματα του άλλοτε εκτεταμένου έλους του Μαραθώνα, που αποτελεί το μεγαλύτερο και σημαντικότερο υγρότοπο της Αττικής, το μοναδικό δάσος Κουκουναριάς της Κεντρικής Ελλάδας, ένα σύστημα αμμοθινών υποβαθμισμένο αλλά μοναδικό για την Αττική καθώς και πλήθος άλλων φρυγανικών και αλοφυτικών βιοτόπων που επιβιώνουν σε περιορισμένη έκταση. Η σημασία της περιοχής για τα μεταναστευτικά και αναπαραγόμενα πουλιά είναι επίσης μεγάλη. Χαρακτηριστικό του Εθνικού Πάρκου είναι ότι τα περισσότερα από τα είδη και οι βιότοποι που φιλοξενεί επιβιώνουν σε ελάχιστους πληθυσμούς και σε μικρές εκτάσεις και υποβαθμισμένες μορφές, αντίστοιχα. Όπως επισημαίνεται και στο τυποποιημένο δελτίο δεδομένων της περιοχής (δηλαδή την περιγραφή της ως τμήμα του δικτύου NATURA 2000), εκτιμάται ότι το οικολογικό δυναμικό της είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που υποδηλώνει η σημερινή υποβαθμισμένη κατάστασή της, ενώ ο ρόλος της περιοχής ως τόπος αναπαραγωγής και μετανάστευσης για πολλά υδρόβια πουλιά θα μπορούσε να αναβαθμιστεί περαιτέρω.
– Κυριότερη απειλή για τη βαλτόπαπια και τη λειτουργία του υγροτόπου του Σχινιά γενικότερα, αποτελεί το ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων σε σχέση και με την παρατηρούμενη ξηρασία των τελευταίων ετών. Το μεγάλο έλος του Μαραθώνα άρχισε να υποβαθμίζεται από το 1923 με τα στραγγιστικά έργα, διαδικασία που συνεχίστηκε σχεδόν ως τις μέρες μας, με την σταδιακή εκχέρσωση μεγάλου μέρους του υγρότοπου και την οικοδόμηση εκτάσεων. Η ίδρυση του Εθνικού Πάρκου και του Φορέα Διαχείρισης το 2003, σε συνδυασμό με την απομάκρυνση της στρατιωτικής βάσης, επέφερε σημαντική βελτίωση στην οικολογική κατάσταση της περιοχής. Ωστόσο η κατασκευή του κωπηλατοδρομίου για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 καθόρισε έκτοτε και την υδρολογία της περιοχής: Το νερό της Μακαρίας πηγής κατευθύνθηκε στην δεξαμενή κωπηλασίας. Όταν η δεξαμενή είναι γεμάτη, τότε το πλεονάζον νερό υπερχειλίζει από την ανατολική της πλευρά προς τον υγρότοπο, που στο σημείο αυτό βρίσκεται τουλάχιστον 1 μέτρο χαμηλότερα. Κάθε χρόνο τον Απρίλιο το νερό λιγοστεύει, η δεξαμενή παύει να υπερχειλίζει και ο υγρότοπος γρήγορα ξεραίνεται. Τα αποτελέσματα είναι πολλές φορές καταιγιστικά: για παράδειγμα, τα ψάρια και τα χέλια ασφυκτιώντας αναζητούν τρόπο να ανέβουν στην δεξαμενή κωπηλασίας (που παραμένει γεμάτη με νερό όλο το καλοκαίρι). Μη μπορώντας όμως να υπερπηδήσουν τον υπερχειλιστή (δηλ το τοιχίο ύψους 1 μέτρου που τα χωρίζει από τις λίμνες του κωπηλατοδρομίου) πεθαίνουν κατά εκατοντάδες στο σημείο εκείνο.
– Τα αποτελέσματα του προγράμματος αναδεικνύουν την ανάγκη λήψης μέτρων για την προστασία του πληθυσμού της βαλτόπαπιας, όπως: η εφαρμογή στοχευμένων διαχειριστικών μέτρων, η μείωση της ανθρώπινης όχλησης στις κρίσιμες περιόδους αναπαραγωγής, η συνέχιση της μελέτης των αλληλεπιδράσεων με τους θηρευτές και η αξιολόγηση της χρήσης αποτρεπτικών μέτρων.