Μητρώο Ελληνικών δέντρων
Trees of the Past
Στην ενότητα αυτή καταχωρούνται δέντρα που υπήρξαν στο παρελθόν, δηλαδή πριν το έτος 2022, οπότε ξεκίνησε η λειτουργία του μητρώου.
Τα στοιχεία καταχωρούνται εφόσον θεωρούνται αξιόπιστα και κατά προτίμηση συνοδεύονται από φωτογραφίες. Η συλλογή των στοιχείων αυτών βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εθελοντική συνεισφορά. Κείμενα και φωτογραφίες μπορούν να στέλνονται στη διεύθυνση contact@filoiparkon.org.
Η “ελιά του Πλάτωνα”
Το δέντρο αυτό βρισκόταν στην Ιερά Οδό, κοντά στην περιοχή της Ακαδημίας της αρχαίας Αθήνας. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για την ηλικία της ελιάς, που να τη συνδέουν με τον Έλληνα φιλόσοφο. Το 1976 καταστράφηκε από λεωφορείο που έπεσε επάνω της. Ο κορμός της μεταφέρθηκε και φυλάσσεται σε γυάλινη προθήκη στο κεντρικό κτίριο του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, που είναι προσβάσιμο τις εργάσιμες ημέρες και ώρες.

Ο πλάτανος του ποταμού Κηρέα
Ο πλάτανος του ποταμού Κηρέα στην Κεντρική Εύβοια ήταν ο μεγαλύτερος πλάτανος στην Ελλάδα. Λόγω του μεγέθους του είχε ονομαστεί “το γηραιότερο δέντρο στην Ευρώπη”, χωρίς όμως να έχουν γίνει μετρήσεις της ηλικίας του. Κατά μήκος του ποταμού υπήρχε παρόχθιο δάσος με πολλά ακόμα πλατάνια πολύ μεγάλων διαστάσεων, καθώς και με σκλήθρα, φτελιές και ιτιές.
Ο πλάτανος επί δεκαετίες βρισκόταν περικυκλωμένος από τις αποθέσεις μεταλλείων. Μετά από έργα ανάδειξής του που έγιναν τη δεκαετία του 2000, και περιελάμβαναν εκσκαφές, χώρο στάθμευσης και διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, ο κεντρικός κορμός του δέντρου ξεράθηκε και ακολούθως έπεσε στο έδαφος. Μετά από νέα έργα προστασίας και ανάδειξής του και νέες εκσκαφές, που πραγματοποιήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 2010, το δέντρο τελικώς ξεράθηκε. Σήμερα απομένουν τμήματα του νεκρού κορμού καλυμμένα από βάτους, ενώ η πρόσβαση στο σημείο είναι αρκετά δύσκολη. Το 2022 το γύρω δάσος προσβλήθηκε από την ασθένεια του μεταχρωματικού έλκους του πλατάνου, με αποτέλεσμα να ξεραθούν τα περισσότερα πλατάνια, ενώ η καταστροφή του δάσους συμπληρώθηκε με την υλοτομία που έγινε για την απομάκρυνση των προσβεβλημένων δέντρων. Κατά τις εργασίες αυτές διανοίχτηκε μεγάλος αριθμός χωματόδρομων και υλοτομήθηκαν τα περισσότερα δέντρα του δάσους,προσβεβλημένα ή όχι.
Η ιστορία του πλατάνου καθώς και του δάσους του ποταμού Κηρέα παρέχει μια γενική εικόνα για τη δυνατότητα που έχει η χώρα μας να διατηρήσει το φυσικό της πλούτο.
Περισσότερες πληροφορίες μπορεί να βρεθούν στην έκδοση του Δημ. Σέττα «Ο Γερο-Πλάτανος της Εύβοιας», εκδ. Δίπτυχο, 1972, καθώς και στον ιστότοπο: http://jonathan-brights-urban-tales.blogspot.com/2021/10/blog-post.html


Οι βελανιδιές στο Μετόχι της Πάρνηθας
Στους πρόποδες της Πάρνηθας βρίσκεται ο μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Νικολάου (18ου αιώνος) που αποτελούσε Μετόχι της μονής Αγίας Τριάδας της Πάρνηθας. Η περιοχή ήταν καλλιεργημένη και ο Άγγλος περιηγητής William M. Leake έγραψε χαρακτηριστικά το 1806: «…… Σε μιας ώρας πορεία απ’ το Μενίδι φτάσαμε στον Αγ. Νικόλαο. Είναι μικρό μετόχι εξάρτημα του Μοναστηριού Αγ. Τριάδας το οποίο βρίσκεται στο μέσον απ’ αυτό και της κορυφής της Πάρνηθας, σε κοιλάδα μ’ άφθονες πηγές μέσα στον ίσκιο από καρυδιές και καστανιές. Το μοναστήρι [μετόχι] πανηγυρίζει τον Άγιο Νικόλαο το Μάη με επισκέπτες απ’ την πόλη.»
Κοντά στο ναό υπήρχε συστάδα από αιωνόβιες ήμερες βελανιδιές (Querqus ithaburensis) όπου διαμορφώθηκε χώρος δασικής αναψυχής κατά τη δεκαετία του 1980.
Σήμερα απομένει μόνο ο κορμός από τη μεγαλύτερη βελανιδιά, πεσμένος στο έδαφος. Ο ναός έχει υποστεί σοβαρές ζημιές από το σεισμό του 1999.

Η καρυδιά στην Αγία Τριάδα της Πάρνηθας
Δίπλα στη Μονή της Αγίας Τριάδας της Πάρνηθας και κοντά στην ομώνυμη πηγή βρισκόταν μια αιωνόβια καρυδιά. Το δέντρο αυτό ξεράθηκε το 1955. Στη θέση του σήμερα έχει φυτευτεί μια νέα μικρή καρυδιά.


Ο πλάτανος της Κηφισιάς
Ο πλάτανος της Κηφισιάς βρισκόταν στη γωνία της Λεωφόρου Κηφισίας και της οδού Κασσαβέτη.
Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν έγραψε κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα το 1841:
“Πηγαίναμε για ένα άλλο χωριό, την Κηφισιά. Το δρόμο που πηγαίνει προς τα εκεί τον λένε αμαξόδρομο, μα και για την Ελλάδα ακόμα είναι ένας φοβερός δρόμος, και μόνο όσοι ήταν αποφασισμένοι να σπάσουν τα πλευρά τους θα έπρεπε να τον περάσουν…Μες στο χωριό βρίσκονταν τα απομεινάρια ενός τούρκικου τζαμιού, που τώρα το μεταχειρίζονται για στάβλο. Από το μιναρέ σώζονταν μόνο τα θεμέλια, μα μπροστά τους ορθωνόταν ο μεγαλύτερος, ο ωραιότερος πλάτανος που είδα στη ζωή μου. Τα δυνατά στριφτά κλαδιά σχημάτιζαν ένα τόσο πυκνό φύλλωμα, που σκίαζε ολόκληρη σχεδόν την πλατεία” (Οδοιπορικό στην Ελλάδα, μτφ. Allan Lund & Λουκία Θεοδώρου. Εστία 1974, σ.71-72)
Ο πλάτανος της Κηφισιάς σταδιακά εξασθένησε και τελικά ξεριζώθηκε το 1956. Η πλατεία μπροστά από το Άλσος της Κηφισιάς εξακολουθεί να ονομάζεται “πλατεία πλατάνου”.


Η τελευταία δρυς του αρχέγονου δάσους της Σκιρίτιδος στην Αρκαδία
Από το βιβλίο του δασολόγου Αντώνη Καπετάνιου “Τα δένδρα π’ αγαπούμε, τα πληγώνουμε! Ωδή σε τρία δένδρα: στην ελιά, στη δρυ, στο πεύκο”, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2022
Μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις ολικής απώλειας ελληνικών δρυοδασών, αποτελεί αυτή των άλλοτε περίφημων Αρκαδικών Δρυμών. Οι δρυμοί αυτοί, πέρα από την οικολογική τους αξία, διαμόρφωναν με το ειδυλλιακό τους περιβάλλον συγκεκριμένη αισθητική, που μετεξελίχθηκε σε ρεύμα, στ’ οποίο λειτούργησαν ποιητές και καλλιτέχνες, μα και άνθρωποι ευαίσθητοι, που αποζήτησαν στη δρυμώδη Αρκαδία το ιδεώδες της ζωής −κι αν θέλετε: την ουσία της ύπαρξής τους! Το αρκαδικό ιδεώδες ανύψωνε και με συναίσθημα και ιδέα συγκροτούνταν, διότι συνίστατο σ’ ένα περιβάλλον που, κατά το ιδεώδες της αναζήτησης, το χαρακτήριζε η ιδανικότητα.
Στη δασώδη Αρκαδία ζούσαν άνθρωποι απομονωμένοι, μολαταύτα κοινωνικοί, λυρικοί, φτασμένοι στην τελείωσή τους ως προς το ζην στο επίπεδο να επικοινωνούν με τους θεούς ̇ και μάλιστα, σύμφωνα με τον Παυσανία, να τρώγουν μαζί τους στο τραπέζι τους! (…)
Πέντε ήταν οι κύριοι αρκαδικοί δρυμοί˙ τους τέσσερις τους περιγράφει ο Παυσανίας στα «Αρκαδικά». Ο πρώτος ήταν ο δρυμός του Πελάγους (τον ονομάτισαν έτσι, προφανώς επειδή αποτελούσε ένα «πέλαγος» από δένδρα). Ήταν ένα πυκνό δάσος δρυών μεταξύ Τεγέας και Μαντινείας, κοντά στην περιοχή της Τρίπολης, που χάθηκε ολοκληρωτικά το έτος 1775 μ.Χ., όταν ο Χασάν Πασάς της Τριπολιτσάς έκοψε και τα τελευταία απομεινάρια του (είχε προηγηθεί η σταδιακή καταστροφή του κατά τις πολεμικές συγκρούσεις που διεξήχθησαν στην περιοχή, αλλά και για καυσοξύλευση και βοσκή). Ο δεύτερος ήταν ο δρυμός του Σόρωνος, κοντά στον ποταμό Λάδωνα, ανατολικά του χωριού Πάος έως το Βελιμάχι. Το δάσος αυτό, σύμφωνα με τον Παυσανία, έφθανε έως την Ψωφίδα της Γορτυνίας, κοντά στη συμβολή των ποταμών Αροανίου και Ερυμάνθου. Σύμφωνα με τον ίδιο, διαβιούσαν εκεί πολλοί αγριόχοιροι κι αρκούδες. Ο τρίτος ήταν ο Αφροδίσιος δρυμός, που κάλυπτε το Αφροδίσιον όρος κι άρχιζε από το χωριό Δάφνη Καλαβρύτων, φθάνοντας έως τους Παραλογγούς του Δήμου Τροπαίων. Σύμφωνα με τον Παυσανία, απαιτούνταν επτά ώρες για να τον διαβιείς κι ήταν τόσο πυκνός, που σε σημεία του η προσπάθεια προσπέλασης ήταν εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη. Ο τέταρτος ήταν ο Μενελαίος δρυμός, στα σύνορα της Αρκαδίας και της Λακεδαίμονος, ο οποίος συνέχονταν μ’ έναν πέμπτο σημαντικό Αρκαδικό δρυμό, αυτόν της Σκιρίτιδος, τον οποίον δεν αναφέρει ο συγγραφέας (ο Παυσανίας), διότι για κάποιον άγνωστο λόγο τον προσπέρασε και δεν τον μελέτησε (ή τον συσχέτισε με τον Μενελαίο Δρυμό, και τον θεώρησε ενιαίο). (…)
Οι Αρκαδικοί δρυμοί ήταν περίφημοι ανά τον κόσμο για το πλούσιο φυσικό τους περιβάλλον, η δε ζωή των Αρκάδων σ’ αυτούς θεωρείτο ειδυλλιακή και ήταν ζηλευτή. Μάλιστα, το καλλιτεχνικό ρεύμα στην Ευρώπη κατά τον 17ο αιώνα είχε επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό από τον τρόπο ζωής των Αρκάδων στο παραδείσιο περιβάλλον τους, που είχαν γραφτεί διθύραμβοι γι’ αυτό και δημιουργήθηκαν ρομαντικές ιστορίες, που μιλούσαν για τις Νύμφες των Δρυμών και για τον Πάνα που ζούσε εκεί. Χαρακτηριστική ήταν η φράση στα έργα των ρομαντικών, «et in Arcadia ego», δηλαδή, «κι εγώ στην Αρκαδία», που εννοούσαν με τη γενικότερη έννοια, ότι «κι εγώ είμαι ευτυχισμένος, έχοντας απολαύσει τη γη της Αρκαδίας».
Μάλιστα, το κίνημα υπέρ της Αρκαδίας κείνη την εποχή, σημείωσε τέτοια απήχηση, που ιδρύθηκε και Ακαδημία Μουσόφιλων στη Ρώμη, η οποία εμπνεόταν από το αρκαδικό ιδεώδες, η λεγόμενη «Ακαδημία των Αρκάδων», που ως μέλη της είχε πνευματικούς ανθρώπους απ’ όλη την Ευρώπη. Αυτοί, στη δημιουργία των πνευματικών τους έργων και στον τρόπο της ζωής τους είχαν ως πρότυπο την ιδεατή Αρκαδία και αποκαλούνταν με ονόματα εμπνευσμένα από την περιοχή, όπως Μαινάλιος, Τεγεάτης, Διπαιεύς κ.ά.
Ως αποτέλεσμα τούτων καθιερώθηκε ο όρος «Αρκαδική Φύση», που αναφέρεται στις αξίες που προβάλλουν το σεβασμό στο περιβάλλον και την απόλαυση που αυτό δίδει, με την ανάδειξη της υψηλής ιδέας που έχει η άγρια φύση και η ύπαιθρος, μαζί με τις αξίες που τούτη η συνειδητοποίηση προσφέρει (αισθητικές, συναισθηματικές, αναζωογονητικές κ.ά.) Από την παραπάνω θεώρηση, προέκυψε και ο όρος Arcadia, που αναφέρεται στην τέλεια ζωή (στη φύση). Παρά τους όποιους συμβολισμούς της φράσης «Et in Arcadia ego», θα πρέπει να μείνουμε στο θεωρούμενο γεγονός τής ύπαρξης πλούσιας φύσης στην Αρκαδία, όπως την ήξερε (λόγω της φήμης της) και με βουκολική διάθεση την απέδωσε ο Βιργίλιος στις απλοϊκές «Εκλογές του» ̇ μια σειρά ποιημάτων που προσδιορίζονται τοπικά στην αρκαδική γη, από τα οποία και ξεκίνησε ο κατοπινός μύθος του αρκαδικού τοπίου. Σύμφωνα με τον Βιργίλιο, στη δρυμώδη Αρκαδία έβρισκες το ιδανικό, την ουσία της ύπαρξης. Ο τόπος ενέπνεε, δημιουργούσε αύρα, και η πηγή της ζωής εκεί θεωρούνταν ότι ήταν δυνατό ν’ αναζητηθεί. Το όλον της δημιουργίας, στους δρυμούς της Αρκαδίας έβρισκε νόημα. Αλλού στον κόσμο τούτο το υψηλό αίσθημα δε θα ημπορούσε να πραγματωθεί, γιατί στην Αρκαδία η ζωογόνος ενέργεια της κοσμογονίας ζυμώθηκε με τη μαγιά του αρχαιοελληνικού πνεύματος και πολιτισμού, και βρήκε τόπο να διαπλαστεί στους δρυμούς της. (…)
Από τους προαναφερόμενους πέντε σημαντικούς δρυμούς της Αρκαδίας, οι τέσσερις τελευταίοι μάς παραδόθηκαν –έστω κι υποβαθμισμένοι– στα νεώτερα χρόνια, ενώ ο πρώτος, ο δρυμός του Πελάγους απωλέσθηκε ήδη από το έτος 1775 (…) Δεν παρέμειναν όμως για πολύ όρθιοι. Το τσεκούρι και η φωτιά, που ο Γέρος του Μοριά έκαμε σύνθημα στον αγώνα του κατά της Τουρκιάς, γίνηκε πράξη κατά του ελληνικού περιβάλλοντος! Έτσι, σβήστηκαν από την ιστορία της Ελλάδας, χωρίς καν να εγνωστούν από τους σύγχρονους και να εννοηθούν για τη μεγάλη τους σημασία.
Όπως από στοιχεία προκύπτει, που συγκέντρωσε ο Αναστάσιος Στεφάνου, οι δρυμοί αυτοί, άλλοι ολοκληρωτικά κι άλλοι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, καταστράφηκαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1830 και 1880. Μάλιστα, σε δημόσιο έγγραφο του έτους 1920 γίνεται λόγος για τις περίφημες «κουτσούρες», τις ρίζες των δρυών που τροφοδοτούσαν τα τζάκια των σπιτιών, που ήταν «ότι απέμεινε από τους περίφημους Αρκαδικούς Δρυμούς –η ψυχή τους!.., που κι αυτή ξεριζώθηκε για να παραδοθεί στην πυρά. Οποία γύμνια!..» (λόγια του Στεφάνου).
Τα εδάφη των δρυμών φυτεύτηκαν κατά τα νεώτερα χρόνια από τη δασική υπηρεσία με καστανιά, μαύρη πεύκη, δρυ και σε μικρότερη κλίμακα με κυπαρίσσια, καρυδιές και ακακίες, σε έκταση 52.000 στρεμμάτων περίπου ̇ προφανώς για να καλύψει τη γύμνια των εδαφών που δημιούργησε η ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά και για να πραΰνει τις ενοχές που δημιούργησε το αποτρόπαιο θέαμα της γυμνότητας! Η αναδάσωση πραγματοποιήθηκε το χρονικό διάστημα 1963‐1969 με πρωτοβουλία του δασολόγου και καταγόμενου από την περιοχή Αναστάσιου Στεφάνου. Όμως, πώς θα ήταν δυνατό η νεώτερη δημιουργία, όσο ευγενής κι αν ήταν, να καλύψει την πρωταρχική, υψηλή για το περιεχόμενο και την ιδέα της;
Ο τελευταίος γίγαντας αυτών των δρυμών, προερχόμενος από το δάσος της Σκιρίτιδος, έσβησε την 30η Μαΐου του 1971, ύστερα από έναν ισχυρό άνεμο, που τον έριξε καταγής. Βρισκόταν στη γωνιά της εκκλησίας του Αϊ Γιώργη, του παλιού νεκροταφείου της Βλαχοκερασιάς, και η πτώση του (όπως διαπιστώθηκε από αυτοψία που πραγματοποίησε τότε το Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών) οφείλονταν σε προχωρημένη σήψη του ριζικού του συστήματος λόγω αποκοπής μεγάλου τμήματός του για τη θεμελίωση της εκκλησίας. Το δένδρο εκείνο είχε ηλικία 300 ετών, περίμετρο κορμού 5,40 μέτρα και διάμετρο βάσης 1,70 μέτρα. Ήταν το τελευταίο σπερμοφυές υπόλειμμα των περίφημων αρκαδικών δρυμών. Σημειώνουμε ότι υπολείμματα των δρυμών τούτων, προερχόμενα όμως από πρεμνοβλάστηση, μπορεί να συναντήσουμε ακόμα και σήμερα –που φτάνουν έως την ηλικία των 150 ετών–, όμως σπερμοφυές υπόλειμμά τους δεν υπάρχει. (…).
