Τα φυτοφάρμακα έχουν δηλητηριάσει τον πλανήτη και όλους τους ζωντανούς οργανισμούς
Kurt Bouda – Pixabay
Η σύγχρονη γεωργία εισήγαγε συνθετικές χημικές ουσίες στο περιβάλλον που επιβαρύνουν την ανθρώπινη υγεία και συσσωρεύονται στον οργανισμό των ανθρώπων και των ζώων
Η έγκριση νέων φυτοφαρμάκων απαιτεί συγκεκριμένους ελέγχους που διεξάγονται από τις εταιρείες που τα παράγουν και που βεβαιώνουν ότι δεν επηρεάζουν αρνητικά την υγεία μας ή το περιβάλλον. Αργότερα, ή πολύ αργότερα, και αφού κυκλοφορήσουν ευρέως, διαπιστώνονται συχνά οι αρνητικές επιπτώσεις τους: είναι χαρακτηριστικό ότι το 70% των φυτοφαρμάκων που είχαν χρησιμοποιηθεί πριν το 1990, αργότερα απαγορεύθηκαν.
Οι κυριότεροι λόγοι της απαγόρευσης είναι οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία: ορισμένες ουσίες απεδείχθησαν νευροτοξικές (εντομοκτόνα όπως τα chlorpyrifos, diazinon, methamidophos) , καρκινογόνες (μυκητοκτόνα όπως τα chlorothalonil, iprodione, ζιζανιοκτόνα όπως τα alachlor, propachlor), ή τοξικές για την αναπαραγωγή (μηκυτοκτόνα όπως τα carbendazim, benomyl).
Ορισμένες άλλες ουσίες απαγορεύθηκαν επειδή ρύπαιναν τα νερά και το περιβάλλον γενικότερα ή κατέστρεφαν την άγρια ζωή (εντομοκτόνα όπως το DDT και το fenthion, ζιζανιοκτόνα όπως τα atrazine, simazine, acetochlor, trifluralin).
Από τη δεκαετία του 2010 αρκετές ουσίες απαγορεύθηκαν αφού διαπιστώθηκε ότι προκαλούσαν διαταραχή του ενδοκρινικού συστήματος στους ανθρώπους (μυκητοκτόνα όπως τα mancozeb, procymidone, vinclozolin, epoxiconazole, ζιζανιοκτόνα όπως το linuron).
Πιο πρόσφατα, η κατάρρευση των πληθυσμών των μελισσών οδήγησε στην απαγόρευση αρκετών εντομοκτόνων της κατηγορίας των νεονικοτινοειδών, που είχαν κυκλοφορήσει μετά το 2000 (imidacloprid, thiamethoxam, clothianidin, fipronil).
Πολλές άλλες ουσίες απαγορεύθηκαν επειδή απλώς ήταν πολύ τοξικές, δηλαδή έθεταν σε άμεσο κίνδυνο όποιον ερχόταν σε επαφή με αυτές (εντομοκτόνα όπως τα parathion, dimethoate, carbofuran, aldicarb, monocrotophos, ζιζανιοκτόνα όπως το paraquat).
Το 2025, περίπου 15 δραστικές ουσίες περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των ουσιών που, λόγω των πιθανών κινδύνων τους, εξετάζεται η πιθανή αντικατάστασή τους από άλλες.
Πολλές από αυτές περιμένουν να αντικατασταθούν από το 2015, αφότου εκδόθηκε για πρώτη φορά η λίστα αυτή.
Ακόμη και όταν ένα φυτοφάρμακο απαγορεύεται στην Ε.Ε., αυτό δεν σημαίνει ότι αυτομάτως εξαφανίζεται: μπορεί να δοθεί παράταση 18 μηνών στη χρήση του «ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία αποβλήτων και να δοθεί χρόνος στους αγρότες να βρουν εναλλακτικές λύσεις», δηλαδή ουσιαστικά, για να ψεκαστούν στους αγρούς τα αποθέματα μέχρι να εξαντληθούν. Το διάστημα αυτό προτάθηκε μάλιστα να επεκταθεί στα 3 χρόνια (προτάσεις Omnibus της Ευρ. Επιτροπής για την «ασφάλεια της τροφής και των ζωοτροφών» – Δεκέμβριος 2025).
Αλλά ακόμη και μετά την απαγόρευση της χρήσης τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα φυτοφάρμακα εξακολουθούν να παράγονται νόμιμα στα εργοστάσιά της και να εξάγονται σε τρίτες χώρες, όπου η χρήση τους επιτρέπεται. Στη συνέχεια, με την εισαγωγή προϊόντων από τις χώρες εκείνες, γίνεται δυνατόν να εισαχθούν, έστω και ως υπολείμματα, ουσίες που έχουν απαγορευθεί στην Ε.Ε. από δεκαετίες πριν. Υπολογίζεται ότι το έτος 2024 η Ε. Ε. εξήγαγε περίπου 120.000 τόννους τέτοιων φυτοφαρμάκων, που η χρήση τους απαγορεύεται στο έδαφός της σύμφωνα με αναφορά της οργάνωσης Public Eye.
Οι γνώσεις μας για τα λάθη του παρελθόντος δεν φαίνεται να αλλάζουν τον τρόπο που ενεργούμε και σήμερα
Από τα πρώτα σύγχρονα φυτοφάρμακα που εφαρμόστηκαν ευρύτατα στη γεωργία κατά την αρχή της «Πράσινης Επανάστασης» (1940-1960) ήταν οργανοχλωριωμένες ενώσεις με κυκλική αλυσίδα (εντομοκτόνα όπως τα DDT, BHC, Aldrin, Dieldrin, Endrin, Chlordane). Οι ενώσεις αυτές βρέθηκε αργότερα ότι είναι βλαβερές για την υγεία – για παράδειγμα το DDT αποδείχτηκε ότι βλάπτει το ανοσοποιητικό, νευρικό, ενδοκρινικό, αναπαραγωγικό και αναπνευστικό σύστημα, είναι καρκινογόνο και επιδρά αρνητικά στην ανάπτυξη. Χαρακτηριστικό των ενώσεων αυτών είναι ότι δεν αποικοδομούνται εύκολα, αλλά παραμένουν στο περιβάλλον και βιοσυσσωρεύονται. Για παράδειγμα το DDT και οι μεταβολίτες του (DDE, DDD, DDA και άλλοι) αποικοδομούνται αργά στο περιβάλλον, εξατμίζονται από το έδαφος ή τα επιφανειακά νερά προς την ατμόσφαιρα και στη συνέχεια μεταφέρονται σε όλον τον πλανήτη.
Οι ενώσεις αυτές είναι επίσης λιποδιαλυτές και τείνουν να συσσωρεύονται στους λιπώδεις ιστούς του σώματος κατά τη διάρκεια της ζωής κάθε οργανισμού (το φαινόμενο της βιοσυσσώρευσης), ενώ καθώς προχωράνε στην τροφική αλυσίδα από τα φυτοφάγα προς τα σαρκοφάγα είδη, η συγκέντρωσή τους αυξάνεται περαιτέρω (το φαινόμενο της βιομεγέθυνσης).
Οι περισσότερες από τις ενώσεις αυτές έχουν σταδιακά απαγορευθεί παγκοσμίως, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1970 (αν και η Ινδία εξακολουθεί να παράγει DDT και να το διαθέτει σε χώρες της Αφρικής για την καταπολέμηση της ελονοσίας). Μέχρι να απαγορευθούν, πρόλαβαν να καταναλωθούν αρκετά εκατομμύρια τόννοι και να φτάσουν σε κάθε γωνία και οικοσύστημα του πλανήτη: Σήμερα ανιχνεύονται κυρίως στα πουλιά (ιδίως στα αρπακτικά), στα θαλάσσια θηλαστικά (δελφίνια, φώκιες, φάλαινες), στα μεγάλα σαρκοφάγα ψάρια (τόνοι, καρχαρίες). Βρίσκονται ακόμη και σε περιοχές μακριά από τις αρχικές πηγές ρύπανσης, όπως στις πολικές αρκούδες και τα αυγά των θαλασσοπουλιών της Αρκτικής, όπου μεταφέρονται από την ατμόσφαιρα και τα θαλάσσια ρεύματα.
Στον άνθρωπο, οι ουσίες αυτές ανιχνεύονται στους λιπώδεις ιστούς, στον ορό του αίματος και στο μητρικό γάλα. Τις πρώτες δεκαετίες μετά τις απαγορεύσεις διαπιστώθηκε μείωση της συγκέντρωσης των περισσότερων αυτών ουσιών (όπως το DDT, HCB, oxychlordane) στον ορό του ανθρώπινου αίματος και στους ιστούς των ζώων, ιδίως στις ανεπτυγμένες χώρες. Ωστόσο στη συνέχεια η μείωση αυτή δεν συνεχίστηκε: πολλές ουσίες παραμένουν σε χαμηλές αλλά σταθερές πλέον συγκεντρώσεις σε όλους τους ανθρώπους.
Ακόμη χειρότερα, το DDT μετατρέπεται είτε μέσα στους οργανισμούς είτε στο περιβάλλον σε DDE (dichlorodiphenyldichloroethylene), που δεν είναι τόσο τοξικό για το νευρικό σύστημα όπως το DDT, όμως προκαλεί εντονότερες ορμονικές διαταραχές (είναι ισχυρό αντιανδρογόνο) και είναι πιο σταθερό από το DDT, τόσο στο περιβάλλον όσο και μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό (ενδεικτικά, το DDT υπολογίζεται ότι έχει χρόνο ημίσειας ζωής στον ανθρώπινο οργανισμό 4-6 χρόνια, ενώ το DDE 8,6-10 χρόνια.
Το DDE δεν μετακινείται εύκολα στα υπόγεια νερά, επειδή δεν διαλύεται στο νερό. Παραμένει στα εδάφη και από εκεί μπορεί να απορροφηθεί από τα φυτά: συσσωρεύεται σε ριζώδη λαχανικά (όπως καρότα και πατάτες), στα τμήματα φυλλωδών λαχανικών που έρχονται σε επαφή με το έδαφος καθώς και στους ελαιούχους σπόρους. Κάποιες επίσης ποικιλίες από κολοκύθια και κολοκύθες θεωρούνται υπερ-συσσωρευτές του DDE. Από το έδαφος το DDE μπορεί να προσληφθεί από τα αγροτικά ζώα (αγελάδες, γουρούνια, κότες) που συχνά καταπίνουν χώμα με την τροφή τους και στη συνέχεια αποθηκεύεται στο λίπος τους, ή απεκκρίνεται στο λίπος του γάλακτος ή στον κρόκο του αυγού. Για τον σημερινό άνθρωπο, η κύρια πηγή πρόσληψης DDE είναι τα λιπαρά κρέατα, τα γαλακτομικά και τα ψάρια.